Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Furtherance
01
προώθηση, πρόοδος
the advancement of some enterprise
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
furtherances
02
προώθηση, πρόοδος
the process of helping something grow, develop, or become more successful
Παραδείγματα
The organization 's new policies aimed at the furtherance of community development.
Οι νέες πολιτικές του οργανισμού στοχεύουν στην προώθηση της κοινοτικής ανάπτυξης.
Λεξικό Δέντρο
furtherance
further



























