furtherance
fur
ˈfɜ:
the
ðə
dhē
rance
rəns
rēns

Ορισμός και σημασία του "furtherance"στα αγγλικά

01

προώθηση, πρόοδος

the advancement of some enterprise 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
furtherances
02

προώθηση, πρόοδος

the process of helping something grow, develop, or become more successful 
Παραδείγματα
The grant was given in furtherance of the research project's goals. 

Η επιχορήγηση δόθηκε για την προώθηση των στόχων του ερευνητικού έργου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store