Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Furtherance
01
προώθηση, πρόοδος
the advancement of some enterprise
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
furtherances
02
προώθηση, πρόοδος
the process of helping something grow, develop, or become more successful
Παραδείγματα
The grant was given in furtherance of the research project's goals.
Η επιχορήγηση δόθηκε για την προώθηση των στόχων του ερευνητικού έργου.
Λεξικό Δέντρο
furtherance
further



























