Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Funfair
01
πανηγύρι, πάρκο ψυχαγωγίας
a commercially operated park with stalls and shows for amusement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
funfairs
02
πανηγύρι, λούνα παρκ
a traveling show; having sideshows and rides and games of skill etc.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
funfair
fun
fair



























