Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fundamentally
01
θεμελιωδώς, ουσιαστικά
in every important respect
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα βαθμού
Παραδείγματα
Fundamentally, the success of a team depends on the cooperation of its members.
Βασικά, η επιτυχία μιας ομάδας εξαρτάται από τη συνεργασία των μελών της.
02
θεμελιωδώς, ουσιαστικά
in a manner that refers to the essential aspects of something
Παραδείγματα
The success of a healthy relationship is fundamentally built on trust, communication, and mutual respect.
Η επιτυχία μιας υγιούς σχέσης βασίζεται θεμελιωδώς στην εμπιστοσύνη, την επικοινωνία και τον αμοιβαίο σεβασμό.
Λεξικό Δέντρο
fundamentally
fundamental
fundament



























