Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fundamentally
01
θεμελιωδώς, ουσιαστικά
in every important respect
Παραδείγματα
The invention of the internet has fundamentally changed the way we communicate.
Η εφεύρεση του Διαδικτύου έχει αλλάξει ριζικά τον τρόπο που επικοινωνούμε.
02
θεμελιωδώς, ουσιαστικά
in a manner that refers to the essential aspects of something
Παραδείγματα
The success of any educational system is fundamentally tied to the quality of its teachers and the support they receive.
Η επιτυχία οποιουδήποτε εκπαιδευτικού συστήματος συνδέεται θεμελιωδώς με την ποιότητα των δασκάλων του και την υποστήριξη που λαμβάνουν.
Λεξικό Δέντρο
fundamentally
fundamental
fundament



























