Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fruitfully
01
καρποφόρα, παραγωγικά
in a way that produces valuable and useful results
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The collaboration between the research teams resulted in a fruitfully comprehensive study on environmental sustainability.
Η συνεργασία μεταξύ των ερευνητικών ομάδων οδήγησε σε μια περιεκτική και καρποφόρα μελέτη για τη βιωσιμότητα του περιβάλλοντος.
Λεξικό Δέντρο
fruitfully
fruitful
fruit



























