Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fruitfully
01
καρποφόρα, παραγωγικά
in a way that produces valuable and useful results
Παραδείγματα
The negotiation process was handled fruitfully, resulting in a mutually beneficial agreement between the two parties.
Η διαδικασία διαπραγμάτευσης διεξήχθη καρποφόρα, με αποτέλεσμα μια συμφέρουσα συμφωνία και για τις δύο πλευρές.
Λεξικό Δέντρο
fruitfully
fruitful
fruit



























