frugal
fru
ˈfru
φρου
gal
gəl
γκαλ
/fɹˈuːɡə‍l/

Ορισμός και σημασία του "frugal"στα αγγλικά

01

οικονομικός, φειδωλός

careful to not spend money in an unnecessary or wasteful way
frugal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most frugal
συγκριτικός βαθμός
more frugal
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her frugal mindset encourages her to repair items rather than replacing them.
Η οικονομική νοοτροπία της την ενθαρρύνει να επισκευάζει αντικείμενα αντί να τα αντικαθιστά.

Λεξικό Δέντρο

frugality
frugally
frugalness
frugal
frug
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store