to frown on
frown
fraʊn
frawn
on
ɒn
on
frown upon

Ορισμός και σημασία του "frown on"στα αγγλικά

to frown on
01

αποδοκιμάζω, βλέπω με δυσαρέσκεια

to disapprove of or have a negative opinion about something, particularly due to being improper or unacceptable 
to frown on definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
frown
ενεστώτας
frown on
γ΄ ενικό πρόσωπο
frowns on
ενεστώτα μετοχή
frowning on
απλός αόριστος
frowned on
παθητική μετοχή
frowned on
Παραδείγματα
In their workplace, any form of socializing beyond work-related matters is frowned on. 

Στο χώρο εργασίας τους, οποιαδήποτε μορφή κοινωνικοποίησης πέρα από τα θέματα που σχετίζονται με την εργασία δεν εγκρίνεται.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store