Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to frown on
01
αποδοκιμάζω, βλέπω με δυσαρέσκεια
to disapprove of or have a negative opinion about something, particularly due to being improper or unacceptable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
frown
ενεστώτας
frown on
γ΄ ενικό πρόσωπο
frowns on
ενεστώτα μετοχή
frowning on
απλός αόριστος
frowned on
παθητική μετοχή
frowned on
Παραδείγματα
In their workplace, any form of socializing beyond work-related matters is frowned on.
Στο χώρο εργασίας τους, οποιαδήποτε μορφή κοινωνικοποίησης πέρα από τα θέματα που σχετίζονται με την εργασία δεν εγκρίνεται.



























