Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to frown on
[phrase form: frown]
01
αποδοκιμάζω, βλέπω με δυσαρέσκεια
to disapprove of or have a negative opinion about something, particularly due to being improper or unacceptable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
frown
ενεστώτας
frown on
γ΄ ενικό πρόσωπο
frowns on
ενεστώτα μετοχή
frowning on
απλός αόριστος
frowned on
παθητική μετοχή
frowned on
Παραδείγματα
While some enjoy it, others frown on the use of profanity in public speeches.
Ενώ μερικοί το απολαμβάνουν, άλλοι συνοφρυώνονται με τη χρήση αισχρολογίας σε δημόσιες ομιλίες.



























