Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Frontlet
old use
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
frontlets
Λεξικό Δέντρο
frontlet
front
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Λεξικό Δέντρο