fronting
fron
ˈfrən
φραν
ting
tɪng
τινγκ
/fɹˈʌntɪŋ/
frontin'

Ορισμός και σημασία του "fronting"στα αγγλικά

01

επίδειξη, προσποίηση

the act of pretending to have skills, knowledge, or confidence in order to impress others
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
I could tell his fronting about the project was just for show.
Μπορούσα να πω ότι η προσποίησή του για το έργο ήταν μόνο για επίδειξη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store