Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fronting
01
επίδειξη, προσποίηση
the act of pretending to have skills, knowledge, or confidence in order to impress others
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His frontin' about knowing every language was obvious.
Η προσποίηση του ότι γνωρίζει όλες τις γλώσσες ήταν προφανής.
Λεξικό Δέντρο
fronting
front



























