Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
frightened
01
φοβισμένος, τρομαγμένος
feeling afraid, often suddenly, due to danger, threat, or shock
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most frightened
συγκριτικός βαθμός
more frightened
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt frightened when she heard strange noises outside her window.
Αισθάνθηκε φοβισμένη όταν άκουσε παράξενους θορύβους έξω από το παράθυρό της.
Λεξικό Δέντρο
unfrightened
frightened
frighten



























