frequenter
Pronunciation
/fɹˈiːkwɛntɚ/

Ορισμός και σημασία του "frequenter"στα αγγλικά

01

θεατής, συχνός επισκέπτης

a person who regularly visits or attends a particular place or event
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
frequenters
Παραδείγματα
The bar had its regular frequenters who were always found at the same table.
Το μπαρ είχε τους τακτικούς πελάτες του που βρίσκονταν πάντα στο ίδιο τραπέζι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store