Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
freehanded
01
γενναιόδωρος, φιλόδωρος
willing to give or provide generously
Παραδείγματα
His freehanded contributions to the fund drive exceeded all expectations.
Οι γενναιόδωρες συνεισφορές του στην επιχείρηση συγκέντρωσης κεφαλαίων ξεπέρασαν όλες τις προσδοκίες.
02
καμωμένο χωρίς μηχανική βοήθεια, χειροκίνητο
done by hand without mechanical aids or devices



























