freehanded
freehanded
fri:hændɪd
frihāndid

Ορισμός και σημασία του "freehanded"στα αγγλικά

freehanded
01

γενναιόδωρος, φιλόδωρος

willing to give or provide generously 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most freehanded
συγκριτικός βαθμός
more freehanded
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
generosity, behavior, character
Παραδείγματα
The freehanded manner in which he distributed his wealth earned him respect in the community. 

Ο γενναιόδωρος τρόπος με τον οποίο μοίρασε την περιουσία του του χάρισε τον σεβασμό της κοινότητας.

02

καμωμένο χωρίς μηχανική βοήθεια, χειροκίνητο

done by hand without mechanical aids or devices 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store