freaky
frea
ˈfri:
fri
ky
ki
ki
cheekycreakysneakyleaky

Ορισμός και σημασία του "freaky"στα αγγλικά

01

τρομακτικός, παράξενος

strangely bizarre or unsettling, often in a way that feels eerie 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
freakiest
συγκριτικός βαθμός
freakier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The freaky noises coming from the attic at night kept the children awake and frightened. 

Οι παράξενοι θόρυβοι που προέρχονταν από τη σοφίτα τη νύχτα κράτησαν τα παιδιά ξύπνια και φοβισμένα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store