Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fragrant
01
ευωδιαστός, αρωματικός
having a pleasant or sweet-smelling aroma
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fragrant
συγκριτικός βαθμός
more fragrant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The freshly baked bread was fragrant, filling the kitchen with a warm and inviting aroma.
Το φρεσκοψημένο ψωμί ήταν ευωδιαστό, γεμίζοντας την κουζίνα με μια ζεστή και καλοσυνάτη μυρωδιά.
Λεξικό Δέντρο
fragrant
fragr



























