fragrant
frag
ˈfreɪg
freig
rant
rənt
rēnt
fragment

Ορισμός και σημασία του "fragrant"στα αγγλικά

01

ευωδιαστός, αρωματικός

having a pleasant or sweet-smelling aroma 
fragrant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fragrant
συγκριτικός βαθμός
more fragrant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The freshly baked bread was fragrant, filling the kitchen with a warm and inviting aroma. 

Το φρεσκοψημένο ψωμί ήταν ευωδιαστό, γεμίζοντας την κουζίνα με μια ζεστή και καλοσυνάτη μυρωδιά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store