fragmented
frag
ˈfræg
φραιγκ
ment
mən
μαν
ed
ɪd
ιντ
/fɹæɡmˈɛntɪd/

Ορισμός και σημασία του "fragmented"στα αγγλικά

fragmented
01

κατεστραμμένος, τμηματικός

broken into small, disconnected parts or pieces
fragmented definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fragmented
συγκριτικός βαθμός
more fragmented
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fragmented sentences in the essay made it challenging to follow the writer's argument.
Οι κατεστραμμένες προτάσεις στο δοκίμιο έκαναν δύσκολο να ακολουθήσει κανείς το επιχείρημα του συγγραφέα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store