Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fragmented
01
κατεστραμμένος, τμηματικός
broken into small, disconnected parts or pieces
Παραδείγματα
The fragmented sentences in the essay made it challenging to follow the writer's argument.
Οι κατεστραμμένες προτάσεις στο δοκίμιο έκαναν δύσκολο να ακολουθήσει κανείς το επιχείρημα του συγγραφέα.
Λεξικό Δέντρο
fragmented
fragment



























