fraction
frac
ˈfræk
frāk
tion
ʃən
shēn
factionfrictionfruition

Ορισμός και σημασία του "fraction"στα αγγλικά

01

κλάσμα, κοινό κλάσμα

a number obtained by dividing one integer or rational number by another, typically written in the form a/b 
fraction definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fractions
Παραδείγματα
One-half (1/2) is a simple fraction. 

Το ένα δεύτερο (1/2) είναι ένα απλό κλάσμα.

02

κλάσμα, μέρος

a part of a mixture separated from the whole based on a physical property, such as boiling point or solubility 
Παραδείγματα
The chemist collected the alcohol fraction from the distillation. 

Ο χημικός συγκέντρωσε το κλάσμα αλκοόλης από την απόσταξη.

03

ένα κλάσμα, ένα μικροσκοπικό τμήμα

a tiny portion or segment of something larger 
Παραδείγματα
He hesitated for a fraction of a second before answering. 

Δίστασε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου πριν απαντήσει.

to fraction
01

διαιρώ, χωρίζω

to divide something into parts 
to fraction definition and meaning
εξειδικευμένο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fraction
γ΄ ενικό πρόσωπο
fractions
ενεστώτα μετοχή
fractioning
απλός αόριστος
fractioned
παθητική μετοχή
fractioned
Παραδείγματα
The teacher fractioned the numbers to explain ratios. 

Ο δάσκαλος διαίρεσε τους αριθμούς για να εξηγήσει τις αναλογίες.

Λεξικό Δέντρο

fractional
fractious
infraction
fraction
fract
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store