Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fraction
01
κλάσμα, κοινό κλάσμα
a number obtained by dividing one integer or rational number by another, typically written in the form a/b
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fractions
Παραδείγματα
One-half (1/2) is a simple fraction.
Το ένα δεύτερο (1/2) είναι ένα απλό κλάσμα.
02
κλάσμα, μέρος
a part of a mixture separated from the whole based on a physical property, such as boiling point or solubility
Παραδείγματα
The chemist collected the alcohol fraction from the distillation.
Ο χημικός συγκέντρωσε το κλάσμα αλκοόλης από την απόσταξη.
03
ένα κλάσμα, ένα μικροσκοπικό τμήμα
a tiny portion or segment of something larger
Παραδείγματα
He hesitated for a fraction of a second before answering.
Δίστασε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου πριν απαντήσει.
to fraction
01
διαιρώ, χωρίζω
to divide something into parts
εξειδικευμένο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fraction
γ΄ ενικό πρόσωπο
fractions
ενεστώτα μετοχή
fractioning
απλός αόριστος
fractioned
παθητική μετοχή
fractioned
Παραδείγματα
The teacher fractioned the numbers to explain ratios.
Ο δάσκαλος διαίρεσε τους αριθμούς για να εξηγήσει τις αναλογίες.



























