foxily
fox
ˈfɒk
φοκ
i
σι
ly
li
λι

Ορισμός και σημασία του "foxily"στα αγγλικά

01

πανούργα, με πονηριά

in a sly, clever, or crafty manner, often implying trickery or cunning charm 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She smiled foxily, clearly hiding something. 

Χαμογέλασε πανούργα, κρύβοντας ξεκάθαρα κάτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

foxily
foxy
fox
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store