knavishly
Pronunciation
/nˈeɪvɪʃli/

Ορισμός και σημασία του "knavishly"στα αγγλικά

01

παλιάνθρωπα, πανούργα

in a dishonest, roguish, or mischievous manner
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
They knavishly edited the footage to make him look guilty.
Επεξεργάστηκαν πονηρά το υλικό για να τον κάνουν να φαίνεται ένοχος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store