foul play
foul
faʊl
fawl
play
pleɪ
plei

Ορισμός και σημασία του "foul play"στα αγγλικά

01

ανέντιμη συμπεριφορά, απάτη

unfair or dishonest behavior, often implying criminal activity or violence 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The police suspect foul play in the sudden disappearance of the businessman. 

Η αστυνομία υποψιάζεται foul play στην ξαφνική εξαφάνιση του επιχειρηματία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store