foul play
Pronunciation
/fˈaʊl plˈeɪ/

Ορισμός και σημασία του "foul play"στα αγγλικά

01

ανέντιμη συμπεριφορά, απάτη

unfair or dishonest behavior, often implying criminal activity or violence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The insurance company investigated the claim for potential foul play.
Η ασφαλιστική εταιρεία διερεύνησε το αίτημα για πιθανή αθέμιτη πράξη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store