fortunate
for
ˈfɔ:
faw
tu
ʧə
chē
nate
nɪt
nit

Ορισμός και σημασία του "fortunate"στα αγγλικά

01

τυχερός, ευτυχισμένος

experiencing good luck or favorable circumstances 

lucky

white

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fortunate
συγκριτικός βαθμός
more fortunate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt fortunate to have found a job she loved in such a short time. 

Ένιωσε τυχερή που βρήκε μια δουλειά που αγαπούσε σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.

02

τυχερός, ευτυχισμένος

(of a situation or opportunity) likely to result in positive outcomes or achievements 
Παραδείγματα
The new project was seen as a fortunate development, expected to drive significant growth for the company. 

Το νέο έργο θεωρήθηκε μια τυχερή εξέλιξη, που αναμένεται να οδηγήσει σημαντική ανάπτυξη για την εταιρεία.

03

τυχερός, ευνοϊκός

presaging good fortune 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store