Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fortunate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fortunate
συγκριτικός βαθμός
more fortunate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They considered themselves fortunate for having such a generous and understanding boss.
Θεωρούσαν τον εαυτό τους τυχερούς που είχαν έναν τόσο γενναιόδωρο και κατανοητό αφεντικό.
02
τυχερός, ευτυχισμένος
(of a situation or opportunity) likely to result in positive outcomes or achievements
Παραδείγματα
The merger was viewed as a fortunate event, anticipated to bring long-term benefits and success.
Η συγχώνευση θεωρήθηκε ως ένα τυχερό γεγονός, που αναμένεται να φέρει μακροπρόθεσμα οφέλη και επιτυχία.
03
τυχερός, ευνοϊκός
presaging good fortune
Λεξικό Δέντρο
fortunately
misfortunate
unfortunate
fortunate



























