Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fortuitous
01
τυχαίος, τυχερός
happening unexpectedly in a way that brings good fortune or benefit
Παραδείγματα
Her fortuitous win in the raffle paid for the entire vacation.
Η τυχαία νίκη της στο λάχνο πλήρωσε ολόκληρες τις διακοπές.
02
τυχαίος, απρόβλεπτος
arising without any identifiable cause
Παραδείγματα
His fortuitous mood swings puzzled even the doctors.
Οι τυχαίες διακυμάνσεις της διάθεσής του μπέρδεψαν ακόμα και τους γιατρούς.
Λεξικό Δέντρο
fortuitously
fortuitousness
fortuitous



























