Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fortuitous
01
τυχαίος, τυχερός
happening unexpectedly in a way that brings good fortune or benefit
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fortuitous
συγκριτικός βαθμός
more fortuitous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Their meeting at the café was entirely fortuitous—and led to a lifelong friendship.
Η συνάντησή τους στο καφέ ήταν εντελώς τυχαία—και οδήγησε σε μια φιλία για όλη τη ζωή.
02
τυχαίος, απρόβλεπτος
arising without any identifiable cause
Παραδείγματα
The illness seemed fortuitous, with no clear origin or trigger.
Η ασθένεια φαινόταν τυχαία, χωρίς σαφή προέλευση ή έναυσμα.
Λεξικό Δέντρο
fortuitously
fortuitousness
fortuitous



























