Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fork up
01
ξεκολλάω, πληρώνω
to reluctantly provide something, often under pressure or obligation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
fork
ενεστώτας
fork up
γ΄ ενικό πρόσωπο
forks up
ενεστώτα μετοχή
forking up
απλός αόριστος
forked up
παθητική μετοχή
forked up
Παραδείγματα
The parents had to fork up the money for their children's school trip, even though it stretched their budget to the limit.
Οι γονείς έπρεπε να βγάλουν τα χρήματα για τη σχολική εκδρομή των παιδιών τους, αν και αυτό τράβηξε τον προϋπολογισμό τους στο όριο.



























