Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fork up
[phrase form: fork]
01
ξεκολλάω, πληρώνω
to reluctantly provide something, often under pressure or obligation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
fork
ενεστώτας
fork up
γ΄ ενικό πρόσωπο
forks up
ενεστώτα μετοχή
forking up
απλός αόριστος
forked up
παθητική μετοχή
forked up
Παραδείγματα
Despite his initial reluctance, he eventually had to fork up the cash to cover the unexpected repair costs.
Παρά την αρχική του απροθυμία, τελικά αναγκάστηκε να βγάλει τα χρήματα για να καλύψει τα απρόβλεπτα κόστη επισκευής.



























