forged
forged
fɔ:ʤd
fawjd
forkedforcedformedfogged

Ορισμός και σημασία του "forged"στα αγγλικά

01

πλαστός, παραποιημένος

illegally or deceitfully copied, often to mimic an original item or document 
forged definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most forged
συγκριτικός βαθμός
more forged
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
documents, authenticity, crime
Παραδείγματα
The forged signature on the document was identified as fraudulent and invalid. 

Η πλαστή υπογραφή στο έγγραφο αναγνωρίστηκε ως δόλια και άκυρη.

02

σφυρηλατημένος, σφυρηλατηθείς

formed by shaping metal through pressing, hammering, or heating 
Παραδείγματα
The blacksmith created forged blades with precision and care. 

Ο σιδηρουργός δημιούργησε σφυρηλατημένες λεπίδες με ακρίβεια και φροντίδα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

forged
forge
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store