Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
forged
01
πλαστός, παραποιημένος
illegally or deceitfully copied, often to mimic an original item or document
Παραδείγματα
The forged checks were used in a bank fraud scheme to steal money from unsuspecting victims.
Οι πλαστές επιταγές χρησιμοποιήθηκαν σε ένα σχέδιο τραπεζικής απάτης για να κλέψουν χρήματα από ανυποψίαστους θύματα.
02
σφυρηλατημένος, σφυρηλατηθείς
formed by shaping metal through pressing, hammering, or heating
Παραδείγματα
The forged sword gleamed under the light, a testament to skilled craftsmanship.
Το σφυρηλατημένο σπαθί έλαμπε κάτω από το φως, μια μαρτυρία δεξιοτεχνικής κατασκευής.
Λεξικό Δέντρο
forged
forge



























