Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to forfend
01
προλαμβάνω, αποτρέπω
to ward off or prevent something undesirable from happening
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
forfend
γ΄ ενικό πρόσωπο
forfends
ενεστώτα μετοχή
forfending
απλός αόριστος
forfended
παθητική μετοχή
forfended
Παραδείγματα
She forfended against potential burglars by installing a sophisticated security system in her home.
Αυτή προφύλαξε ενάντια σε πιθανούς διαρρήκτες εγκαθιστώντας ένα εξελιγμένο σύστημα ασφαλείας στο σπίτι της.



























