Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to forfend
01
προλαμβάνω, αποτρέπω
to ward off or prevent something undesirable from happening
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
forfend
γ΄ ενικό πρόσωπο
forfends
ενεστώτα μετοχή
forfending
απλός αόριστος
forfended
παθητική μετοχή
forfended
Παραδείγματα
If only they had forfended against the possibility of a data breach, they could have avoided the costly repercussions.
Αν μόνο είχαν προλάβει την πιθανότητα παραβίασης δεδομένων, θα μπορούσαν να είχαν αποφύγει τις δαπανηρές επιπτώσεις.



























