forestry
fo
ˈfɒ
φο
rest
rɪst
ριστ
ry
ri
ρι

Ορισμός και σημασία του "forestry"στα αγγλικά

01

δασολογία, δασοκομία

the science or practice of planting, managing, and caring for forests 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
He studied forestry to learn sustainable forest management techniques. 

Σπούδασε δασολογία για να μάθει τεχνικές βιώσιμης δασοπονίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

forestry
forest
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store