forester
fo
ˈfɒ
fo
res
rɪs
ris
ter
tə
tē
forecaster

Ορισμός και σημασία του "forester"στα αγγλικά

01

δασολόγος, δασών

someone trained in forestry 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
foresters

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

forester
forest
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store