Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Foreknowledge
01
προγνωστικότητα, προγνώση
knowledge of an occurrence before it actually happens
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He relied on his foreknowledge of the market to make profitable investment decisions.
Βασίστηκε στη προγνώση της αγοράς για να λάβει κερδοφόρες επενδυτικές αποφάσεις.
Λεξικό Δέντρο
foreknowledge
fore
knowledge



























