foreknowledge
fore
fɔ:
faw
know
ˈnɒ
no
ledge
lɪʤ
lij

Ορισμός και σημασία του "foreknowledge"στα αγγλικά

01

προγνωστικότητα, προγνώση

knowledge of an occurrence before it actually happens 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
foreknowledges
Παραδείγματα
The detective seemed to have foreknowledge of the crime before it occurred. 

Ο ντετέκτιβ φαινόταν να έχει προγνώση του εγκλήματος πριν αυτό συμβεί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

foreknowledge

fore

+

knowledge

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store