Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Foreknowledge
01
προγνωστικότητα, προγνώση
knowledge of an occurrence before it actually happens
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
foreknowledges
Παραδείγματα
The detective seemed to have foreknowledge of the crime before it occurred.
Ο ντετέκτιβ φαινόταν να έχει προγνώση του εγκλήματος πριν αυτό συμβεί.
Λεξικό Δέντρο
foreknowledge
fore
knowledge



























