Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to forecast
01
προβλέπω, προγραμματίζω
to predict future events, based on analysis of present data and conditions
Transitive: to forecast a future event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
forecast
γ΄ ενικό πρόσωπο
forecasts
ενεστώτα μετοχή
forecasting
απλός αόριστος
forecast
παθητική μετοχή
forecast
Παραδείγματα
Economists forecast a downturn in the stock market due to recent economic indicators.
Οι οικονομολόγοι προβλέπουν μια ύφεση στη χρηματιστηριακή αγορά λόγω των πρόσφατων οικονομικών δεικτών.
02
προβλέπω, προαναγγέλλω
to suggest that something is likely to happen
Transitive: to forecast sth
Παραδείγματα
The trends forecast a shift toward more sustainable energy solutions.
Οι τάσεις προβλέπουν μια μετατόπιση προς πιο βιώσιμες ενεργειακές λύσεις.
03
προβλέπω, υποδηλώνω
to hint at or suggest something that is likely to happen in the future
Transitive: to forecast sth
Παραδείγματα
The dark clouds on the horizon forecast a storm later in the evening.
Οι σκοτεινές σύννεφα στον ορίζοντα προμηνύουν μια καταιγίδα αργότερα το βράδυ.
Forecast
01
πρόβλεψη, προγνωσμός
a prediction or estimate of future events, often related to weather or conditions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
forecasts
Παραδείγματα
The weather forecast predicts rain tomorrow.
Η πρόγνωση του καιρού προβλέπει βροχή αύριο.
Λεξικό Δέντρο
forecaster
forecasting
forecast
fore
cast



























