Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
forceful
01
ενεργητικός, δυναμικός
(of people or opinions) strong and demanding in manner or expression
Παραδείγματα
The horse reared back and gave a forceful kick to the fence.
Το άλογο σηκώθηκε στα πίσω πόδια και έδωσε μια δυνατή κλοτσιά στον φράχτη.
Λεξικό Δέντρο
forcefully
forcefulness
unforceful
forceful
force



























