forceful
for
ˈfɔ:
faw
ceful
sfəl
sfēl
remorsefulresourceful

Ορισμός και σημασία του "forceful"στα αγγλικά

01

ενεργητικός, δυναμικός

(of people or opinions) strong and demanding in manner or expression 
forceful definition and meaning
Παραδείγματα
His forceful leadership style commanded attention and respect from his team. 

Το δυναμικό στυλ ηγεσίας του κέρδισε την προσοχή και τον σεβασμό της ομάδας του.

02

δυνατός, ενεργητικός

having or showing physical strength and power 

hard

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most forceful
συγκριτικός βαθμός
more forceful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The wrestler delivered a forceful blow that left his opponent stunned. 

Ο παλαιστής έδωσε ένα δυνατό χτύπημα που άφησε τον αντίπαλό του ναιωθήσει.

Λεξικό Δέντρο

forcefully
forcefulness
unforceful
forceful
force
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store