ancillary
an
ˈæn
ān
ci
si
lla
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "ancillary"στα αγγλικά

01

βοηθητικός, δευτερεύων

secondary or supplementary to something more important 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most ancillary
συγκριτικός βαθμός
more ancillary
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ancillary staff helped with the setup for the conference. 

Ο βοηθητικός προσωπικός βοήθησε στη διαδικασία της διάσκεψης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store