fondly
fond
ˈfɒnd
fond
ly
li
li

Ορισμός και σημασία του "fondly"στα αγγλικά

01

με αγάπη, τρυφερά

with affection, warmth, or tender liking 
fondly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She reminisced fondly about her childhood adventures. 

Αυτή θυμήθηκε με στοργή τις περιπέτειες της παιδικής της ηλικίας.

02

αφελώς, με λανθασμένη αυτοπεποίθηση

in a way that shows foolish optimism or mistaken confidence 
Παραδείγματα
She fondly imagined he would come back to her after all these years. 

Αυτή αφελώς φανταζόταν ότι θα επέστρεφε σ' αυτήν μετά από όλα αυτά τα χρόνια.

Λεξικό Δέντρο

fondly
fond
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store