Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to foment
01
εφαρμογή ζεστών συμπιέσεων, φομεντάρω (με ιατρική σημασία)
to bathe or treat with warm liquids, often for healing purposes
old use
specialized
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
foment
γ΄ ενικό πρόσωπο
foments
ενεστώτα μετοχή
fomenting
απλός αόριστος
fomented
παθητική μετοχή
fomented
Παραδείγματα
Physicians once recommended fomenting bruises to reduce inflammation.
Οι γιατροί κάποτε συνιστούσαν τη θέρμανση των μωλωπών για τη μείωση της φλεγμονής.
02
υποδαυλίζω, προκαλώ
to encourage or provoke something, especially trouble or conflict
Παραδείγματα
The coach 's harsh criticism only served to foment tension between the players.
Οι σκληρές κριτικές του προπονητή χρησίμευσαν μόνο για να υποδαυλίσουν την ένταση μεταξύ των παικτών.



























