to foment
fo
fəʊ
few
ment
ˈmɛnt
ment

Ορισμός και σημασία του "foment"στα αγγλικά

to foment
01

εφαρμογή ζεστών συμπιέσεων, φομεντάρω (με ιατρική σημασία)

to bathe or treat with warm liquids, often for healing purposes 
παλαιά χρήση
εξειδικευμένο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
foment
γ΄ ενικό πρόσωπο
foments
ενεστώτα μετοχή
fomenting
απλός αόριστος
fomented
παθητική μετοχή
fomented
Παραδείγματα
The nurse fomented the injury with a warm herbal compress. 

Η νοσοκόμα εφώδευσε τον τραυματισμό με ένα ζεστό βοτανοθεραπευτικό κομπρέ.

02

υποδαυλίζω, προκαλώ

to encourage or provoke something, especially trouble or conflict 
Παραδείγματα
His words began to foment anger in the crowd. 

Τα λόγια του άρχισαν να υποκινούν τον θυμό στο πλήθος.

Λεξικό Δέντρο

fomenter
foment
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store