Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
following
01
ακόλουθος
going to be mentioned or listed, typically used to introduce details, items, or instructions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The following list includes all necessary materials for the project.
Η ακόλουθη λίστα περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα υλικά για το έργο.
02
επόμενος
coming immediately after a person or thing in time, place, or rank
Παραδείγματα
The following week, they planned to launch their new product.
Την επόμενη εβδομάδα, σχεδίαζαν να κυκλοφορήσουν το νέο τους προϊόν.
03
ευνοϊκός
(of wind or breeze) moving in the same direction as a vessel or vehicle, helping it travel more easily or quickly
Παραδείγματα
The sailors hoped for a following wind to reach their destination more quickly.
Οι ναυτικοί ελπίζανε σε έναν ευνοϊκό άνεμο για να φτάσουν στον προορισμό τους πιο γρήγορα.
Following
01
ακόλουθοι, υποστηρικτές
a group of people who support or admire a thing or person, such as a public figure, group, or organization
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
followings
Παραδείγματα
His social media following grew rapidly after his viral post.
Οι ακόλουθοι του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αυξήθηκαν γρήγορα μετά τη δημοσίευσή του που έγινε viral.
following
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The concert concluded with an encore, and the band performed three additional songs following the audience's demand.
Η συναυλία ολοκληρώθηκε με ένα encore, και το συγκρότημα έπαιξε τρία επιπλέον τραγούδια μετά από την απαίτηση του κοινού.
the following
01
τα ακόλουθα, το εξής
used to refer to one or more people or things that are about to be mentioned or listed
Παραδείγματα
The following is a list of materials needed for the project.
Τα ακόλουθα είναι μια λίστα με τα υλικά που απαιτούνται για το έργο.
Λεξικό Δέντρο
following
follow



























