Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
foiled
01
αποτυχημένος, εμποδισμένος
prevented from succeeding or achieving a desired outcome
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most foiled
συγκριτικός βαθμός
more foiled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The foiled bank robbery ended with the apprehension of the suspects before they could escape with the stolen money.
Η αποτυχημένη ληστεία τράπεζας κατέληξε στη σύλληψη των ύποπτων πριν προλάβουν να ξεφύγουν με τα κλεμμένα χρήματα.



























