foiled
foiled
fɔɪld
foyld
fouledfailed

Ορισμός και σημασία του "foiled"στα αγγλικά

01

αποτυχημένος, εμποδισμένος

prevented from succeeding or achieving a desired outcome 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most foiled
συγκριτικός βαθμός
more foiled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The foiled bank robbery ended with the apprehension of the suspects before they could escape with the stolen money. 

Η αποτυχημένη ληστεία τράπεζας κατέληξε στη σύλληψη των ύποπτων πριν προλάβουν να ξεφύγουν με τα κλεμμένα χρήματα.

Λεξικό Δέντρο

foiled
foil
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store