fog
fog
fɒg
fog
hogjogpoglog

Ορισμός και σημασία του "fog"στα αγγλικά

01

ομίχλη, καπνός

a thick cloud close to the ground that makes it hard to see through 
fog definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He used his flashlight to navigate through the dense fog. 

Χρησιμοποίησε το φακό του για να πλοηγηθεί μέσα από τον πυκνό ομίχλη.

02

ομίχλη, καπνός

an atmosphere in which visibility is reduced because of a cloud of some substance 
03

ομίχλη, σύγχυση

confusion characterized by lack of clarity 
to fog
01

θολώνω, κάνω ασαφή

make less visible or unclear 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fog
γ΄ ενικό πρόσωπο
fogs
ενεστώτα μετοχή
fogging
απλός αόριστος
fogged
παθητική μετοχή
fogged

Λεξικό Δέντρο

befog
foggy
fog
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store