Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fog
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The ship 's horn sounded in the fog, warning other vessels.
Η σειρήνα του πλοίου ακούστηκε στην ομίχλη, προειδοποιώντας άλλα σκάφη.
02
ομίχλη, καπνός
an atmosphere in which visibility is reduced because of a cloud of some substance
03
ομίχλη, σύγχυση
confusion characterized by lack of clarity
to fog
01
θολώνω, κάνω ασαφή
make less visible or unclear
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fog
γ΄ ενικό πρόσωπο
fogs
ενεστώτα μετοχή
fogging
απλός αόριστος
fogged
παθητική μετοχή
fogged



























