Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fluently
01
ευχερώς, άπταιστα
in a way that shows ease and skill in expressing thoughts clearly and smoothly
Παραδείγματα
The poet fluently conveyed complex emotions in just a few lines.
Ο ποιητής ευχερώς μετέφερε πολύπλοκα συναισθήματα σε λίγες μόνο γραμμές.
1.1
ευχερώς, άπταιστα
with ease and accuracy when using a second language
Παραδείγματα
It takes time and practice to read Chinese fluently.
Απαιτείται χρόνος και εξάσκηση για να διαβάζεις κινεζικά ευχέρεια.
02
ρευστοποιημένα, με χάρη
in a smooth and graceful manner, especially in physical motion
Παραδείγματα
She skated fluently through the routine.
Πατινάρε ρυθμικά μέσα από τη ρουτίνα.
03
ευχερώς, χωρίς προβλήματα
in a continuous and smooth-flowing way, especially in progress or development
Παραδείγματα
Conversation flowed fluently throughout dinner.
Η συζήτηση κυλούσε ρευστά καθ' όλη τη διάρκεια του δείπνου.
Λεξικό Δέντρο
fluently
fluent



























