fluctuating
Pronunciation
/ˈfɫəktʃəˌweɪtɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "fluctuating"στα αγγλικά

fluctuating
01

κυμαινόμενος, μεταβλητός

changing frequently and unpredictably
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fluctuating
συγκριτικός βαθμός
more fluctuating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His fluctuating energy levels affected his productivity.
Τα κυμαινόμενα επίπεδα ενέργειάς του επηρέασαν την παραγωγικότητά του.

Λεξικό Δέντρο

unfluctuating
fluctuating
fluctuate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store