Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Flower
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flowers
Παραδείγματα
We planted seeds and watched as the flowers grew.
Φυτέψαμε σπόρους και παρακολουθήσαμε να μεγαλώνουν τα λουλούδια.
1.1
λουλούδι, λουλούδι
a plant cultivated for its blooms or blossoms
02
άνθιση, χρυσή εποχή
the period of greatest prosperity or productivity
03
λουλούδι, πουστής
an effeminate gay man, often delicate or gentle in manner
offensive
slang
Παραδείγματα
Everyone teased the flower lightly about his outfit.
Όλοι πείραξαν ελαφρά το λουλούδι για το ντύσιμό του.
to flower
01
ανθίζω, ανθώ
(of a plant) to produce or display blossoms or blooms
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
flower
γ΄ ενικό πρόσωπο
flowers
ενεστώτα μετοχή
flowering
απλός αόριστος
flowered
παθητική μετοχή
flowered
Παραδείγματα
With proper care, the indoor orchid plant began to flower, showcasing its exotic blooms.
Με την κατάλληλη φροντίδα, το φυτό ορχιδέας εσωτερικού χώρου άρχισε να ανθίζει, επιδεικνύοντας τα εξωτικά του λουλούδια.
02
ανθίζω, εξελίσσομαι
to develop or grow in a successful manner
Intransitive
Παραδείγματα
The town ’s cultural scene flowered with the introduction of new festivals.
Η πολιτιστική σκηνή της πόλης άνθισε με την εισαγωγή νέων φεστιβάλ.
Λεξικό Δέντρο
flowerless
flowery
flower



























