floodplain
flood
ˈflʌd
flad
plain
pleɪn
plein
flood plain

Ορισμός και σημασία του "floodplain"στα αγγλικά

01

ποταμόπεδος, πλημμυρούν πεδιάδα

a low-lying area of land next to a river, composed primarily of river sediments, that is prone to flooding 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
floodplains
Παραδείγματα
Farmers often cultivate crops on the floodplain due to the rich, fertile soil left by periodic flooding. 

Οι αγρότες συχνά καλλιεργούν καλλιέργειες στην πλημμυρική πεδιάδα λόγω του πλούσιου, γόνιμου εδάφους που αφήνουν οι περιοδικές πλημμύρες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store