flimsy
flim
ˈflɪm
flim
sy
zi
zi

Ορισμός και σημασία του "flimsy"στα αγγλικά

01

εύθραυστος, αδύναμος

likely to break due to the lack of strength or durability 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
flimsiest
συγκριτικός βαθμός
flimsier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The flimsy cardboard box fell apart when it was lifted. 

Το εύθραυστο χαρτοκιβώτιο κατέρρευσε όταν το σήκωσαν.

02

αβάσιμος, αδύναμος

lacking credibility, believability, or sound reasoning 
Παραδείγματα
His explanation for missing the deadline was flimsy and failed to satisfy his manager. 

Η εξήγησή του για την απώλεια της προθεσμίας ήταν επιπόλαιη και απέτυχε να ικανοποιήσει τον διευθυντή του.

03

ελαφρύ, εύθραυστο

(of clothing, fabric, etc.) light, thin, or delicate in structure 
Παραδείγματα
The flimsy curtain barely blocked any light from entering the room. 

Η λεπτή κουρτίνα μόλις και μετά βίας απέκλειε το φως που εισέρχονταν στο δωμάτιο.

01

λεπτό χαρτί, ελαφρύ χαρτί

a thin, lightweight, translucent paper used especially for making carbon copies in typewriting or printing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flimsies
Παραδείγματα
She inserted a flimsy between the sheets to create a duplicate. 

Εισήγαγε ένα αντιγραφικό χαρτί ανάμεσα στα φύλλα για να δημιουργήσει ένα αντίγραφο.

Λεξικό Δέντρο

flimsily
flimsiness
flimsy
flims
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store