Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Flexion
01
κάμψη
the act of bending or curving, especially of a joint or limb
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flexions
Παραδείγματα
Physical therapy exercises included knee flexion to improve range of motion and strengthen the leg muscles.
Οι ασκήσεις φυσικοθεραπείας περιλάμβαναν κάμψη του γονάτου για τη βελτίωση του εύρους κίνησης και την ενίσχυση των μυών του ποδιού.
1.1
κάμψη, καμπυλότητα
the state of being bent or curved, especially of a limb or joint
Παραδείγματα
The engineers designed the bridge's flexion to withstand strong winds and earthquakes.
Οι μηχανικοί σχεδίασαν την κάμψη της γέφυρας για να αντέχει σε ισχυρούς ανέμους και σεισμούς.
02
κάμψη, παρέκκλιση
deviation from a straight or normal course
03
κλίση
(grammar) the alteration of word forms to indicate differences in number, gender, case, person, tense, voice, or mood
Λεξικό Δέντρο
deflexion
inflexion
reflexion
flexion
flex



























