Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flexile
01
εύκαμπτος, καμπτός
able to flex; able to bend easily
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most flexile
συγκριτικός βαθμός
more flexile
διαβαθμίσιμο
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
εύκαμπτος, καμπτός