flexile
Pronunciation
/flˈɛksaɪl/

Ορισμός και σημασία του "flexile"στα αγγλικά

01

εύκαμπτος, καμπτός

able to flex; able to bend easily
flexile definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most flexile
συγκριτικός βαθμός
more flexile
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store