flexibility
flex
ˌflɛk
flek
i
si
bi
ˈbɪ
bi
li
li
ty
ti
ti
versatilityreliabilityburnabilityprobability

Ορισμός και σημασία του "flexibility"στα αγγλικά

01

ευελιξία, ευκαμψία

the quality of being easily bent without breaking or injury 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Yoga helps improve flexibility and strength. 

Η γιόγκα βοηθά στη βελτίωση της ευελιξίας και της δύναμης.

02

ευελιξία

the ability to change or adjust easily or quickly to different conditions and situations 
Παραδείγματα
The teacher's flexibility in adapting lesson plans to meet the diverse needs of students ensured an inclusive learning environment. 

Η ευελιξία του δασκάλου στην προσαρμογή των σχεδίων μαθήματος για να ανταποκρίνεται στις διαφορετικές ανάγκες των μαθητών εξασφάλισε ένα περιεκτικό περιβάλλον μάθησης.

03

ευελιξία, ευκολία πειθαρχίας

the trait of being easily persuaded 

Λεξικό Δέντρο

inflexibility
flexibility
flexible
flex
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store