Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Flesh
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fleshes
Παραδείγματα
He prepared a mouthwatering dish with the tender and flavorful flesh of the lamb.
Προετοίμασε ένα νόστιμο πιάτο με την τρυφερή και γευστική σάρκα του αρνιού.
02
σάρκα, μαλακός ιστός
the soft parts of the human body
Παραδείγματα
She winced as the needle pierced her flesh during the vaccination.
Συγκίνησε όταν η βελόνα τρύπησε τη σάρκα της κατά τη διάρκεια του εμβολιασμού.
03
σάρκα, κρέας
the soft, edible part of a fruit beneath the skin
Παραδείγματα
The peach's flesh was sweet and juicy.
Η σάρκα του ροδάκινου ήταν γλυκιά και ζουμερή.
to flesh
01
αποσαρκώνω, ξεφλουδίζω
to scrape or remove remaining flesh from animal hides in preparation for tanning or leather production
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
flesh
γ΄ ενικό πρόσωπο
fleshes
ενεστώτα μετοχή
fleshing
απλός αόριστος
fleshed
παθητική μετοχή
fleshed
Παραδείγματα
The workers fleshed the hides before soaking them in lime.
Οι εργάτες αποσάρκωσαν τα δέρματα πριν τα εμβαπτίσουν σε ασβέστη.
Λεξικό Δέντρο
fleshy
flesh



























