flesh
flesh
flɛʃ
flesh
flashflushfresh

Ορισμός και σημασία του "flesh"στα αγγλικά

01

σάρκα, κρέας

the soft part of the body of an animal, between the skin and bones 
flesh definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fleshes
Παραδείγματα
He prepared a mouthwatering dish with the tender and flavorful flesh of the lamb. 

Προετοίμασε ένα νόστιμο πιάτο με την τρυφερή και γευστική σάρκα του αρνιού.

02

σάρκα, μαλακός ιστός

the soft parts of the human body 
flesh definition and meaning
Παραδείγματα
She winced as the needle pierced her flesh during the vaccination. 

Συγκίνησε όταν η βελόνα τρύπησε τη σάρκα της κατά τη διάρκεια του εμβολιασμού.

03

σάρκα, κρέας

the soft, edible part of a fruit beneath the skin 
Παραδείγματα
The peach's flesh was sweet and juicy. 

Η σάρκα του ροδάκινου ήταν γλυκιά και ζουμερή.

to flesh
01

αποσαρκώνω, ξεφλουδίζω

to scrape or remove remaining flesh from animal hides in preparation for tanning or leather production 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
flesh
γ΄ ενικό πρόσωπο
fleshes
ενεστώτα μετοχή
fleshing
απλός αόριστος
fleshed
παθητική μετοχή
fleshed
Παραδείγματα
The workers fleshed the hides before soaking them in lime. 

Οι εργάτες αποσάρκωσαν τα δέρματα πριν τα εμβαπτίσουν σε ασβέστη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store