Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fleer
01
χλευασμός, χλεύη
contempt expressed by mockery in looks or words
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fleers
Παραδείγματα
The police were on high alert, searching for any fleers attempting to escape the crime scene.
Η αστυνομία ήταν σε υψηλή ετοιμότητα, αναζητώντας οποιονδήποτε δραπέτη που προσπαθεί να ξεφύγει από το σκηνικό του εγκλήματος.
to fleer
01
χαμογελώ περιφρονητικά, χλευάζω
to smirk contemptuously
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fleer
γ΄ ενικό πρόσωπο
fleers
ενεστώτα μετοχή
fleering
απλός αόριστος
fleered
παθητική μετοχή
fleered
Λεξικό Δέντρο
fleer
flee



























