fleer
fleer
flɪə
φλιε
flyerflier

Ορισμός και σημασία του "fleer"στα αγγλικά

01

χλευασμός, χλεύη

contempt expressed by mockery in looks or words 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fleers
02

δραπέτης, φυγάς

a person who runs away or escapes from danger, a threat, or an undesirable situation 
Παραδείγματα
The fleer disappeared into the forest, evading capture by the pursuing guards. 

Ο δραπέτης εξαφανίστηκε στο δάσος, αποφεύγοντας τη σύλληψη από τους φρουρούς που τον καταδίωκαν.

to fleer
01

χαμογελώ περιφρονητικά, χλευάζω

to smirk contemptuously 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fleer
γ΄ ενικό πρόσωπο
fleers
ενεστώτα μετοχή
fleering
απλός αόριστος
fleered
παθητική μετοχή
fleered

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

fleer
flee
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store