Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fleer
01
χλευασμός, χλεύη
contempt expressed by mockery in looks or words
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fleers
Παραδείγματα
The fleer disappeared into the forest, evading capture by the pursuing guards.
Ο δραπέτης εξαφανίστηκε στο δάσος, αποφεύγοντας τη σύλληψη από τους φρουρούς που τον καταδίωκαν.
to fleer
01
χαμογελώ περιφρονητικά, χλευάζω
to smirk contemptuously
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fleer
γ΄ ενικό πρόσωπο
fleers
ενεστώτα μετοχή
fleering
απλός αόριστος
fleered
παθητική μετοχή
fleered
Λεξικό Δέντρο
fleer
flee



























